ἐρωμανία

ἐρωμᾰν-ία, [dialect] Ep. -ίη, ,
A mad love, AP5.46 (Rufin.), 219 (Agath.), 254 (Paul. Sil.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρωμανία — ἐρωμανίᾱ , ἐρωμανία mad love fem nom/voc/acc dual ἐρωμανίᾱ , ἐρωμανία mad love fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωμανία — η (AM ἐρωμανία) [ερωμανής] η ερωτομανία …   Dictionary of Greek

  • ἐρωμανίαν — ἐρωμανίᾱν , ἐρωμανία mad love fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωμανίην — ἐρωμανία mad love fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωμανίης — ἐρωμανία mad love fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωμανίῃ — ἐρωμανία mad love fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρωμανίῃσιν — ἐρωμανία mad love fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερωτομανία — και ερωμανία, η (AM ἐρωτομανία και ἐρωμανία) [ερωτομανής] μανία ερωτική, σφοδρός έρωτας νεοελλ. παραληρητική κατάσταση κατά την οποία το άτομο που πάσχει κατέχεται από ακατανίκητο, συνήθως πλατωνικό, έρωτα προς απρόσιτο άτομο τού άλλου φύλου ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.